Ο Φέδρος, ο Κώτσιος, ο Παύλος, ο Μάρκελλος, ο Ευάγγελος και ο Χριστόδουλος είχαν φύγει από την Κύπρο για το ταξίδι των ονείρων τους στο Άμστερνταμ. Κανείς τους όμως δεν περίμενε ότι θα ξεσπούσε ένταση και πολεμικό κλίμα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου όσο βρίσκονταν στο εξωτερικό.
Τα αεροδρόμια στην Κύπρο άρχισαν να κλείνουν προσωρινά και πολλές πτήσεις ακυρώθηκαν. Ξαφνικά, το ταξίδι των διακοπών μετατράπηκε σε έναν μικρό γολγοθά. Οι έξι φίλοι έμειναν εγκλωβισμένοι στο Άμστερνταμ, περιμένοντας νέα για το πότε θα μπορέσουν να επιστρέψουν στο νησί.
Οι οικογένειές τους στην Κύπρο ζούσαν με αγωνία. Τα νέα στην τηλεόραση μιλούσαν για ένταση και αβεβαιότητα, ενώ τα τηλέφωνα μεταξύ τους δεν σταματούσαν.
Οι ίδιοι προσπαθούσαν να κρατήσουν την ψυχραιμία τους. Τις πρώτες μέρες περπατούσαν στην πόλη προσπαθώντας να ξεχαστούν. Ένα βράδυ, για να χαλαρώσουν από το άγχος, μπήκαν σε ένα coffee shop.
Ο Φέδρος είπε γελώντας:
«Ρε παιδιά, έτσι όπως πάμε θα μείνουμε εδώ μόνιμα.»
Ο Κώτσιος κοιτούσε τα κανάλια της πόλης και έλεγε ότι μοιάζουν με τη Λευκωσία… απλά με περισσότερο νερό.
Λίγο αργότερα, τα γέλια έγιναν πιο έντονα. Ο Παύλος προσπαθούσε να εξηγήσει σε έναν Ολλανδό γιατί το χαλούμι είναι το καλύτερο τυρί στον κόσμο, ενώ ο Χριστόδουλος φιλοσοφούσε για το πώς η ζωή αλλάζει μέσα σε μια στιγμή.
Τότε ο Μάρκελλος είπε αυτό που όλοι σκέφτονταν:
«Τουλάχιστον, μέσα σε όλο αυτό… ευτυχώς που είμαστε μαστουρωμένοι και δεν το παίρνουμε τόσο βαριά.»
Ο Ευάγγελος ξέσπασε σε γέλια.
Και έτσι, μέσα στην αβεβαιότητα και την αναμονή, οι έξι φίλοι προσπαθούσαν να κρατήσουν το ηθικό τους ψηλά — περιμένοντας απλώς τη μέρα που θα μπορέσουν να επιστρέψουν ξανά στην Κύπρο.






